• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
in store adv(in reserve)στο κατάστημα έκφρ
  στην αποθήκη έκφρ
in store advfigurative (about to happen, for the future)επιφυλάσσει το μέλλον έκφρ
 I always read my horoscope in the newspaper to find out what is in store for me.
in-store adj(available within a store)στο κατάστημα περίφρ
  στο μαγαζί περίφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
have in store,
hold in store
v expr
(reserve, promise for the future)επιφυλάσσω ρ μ
 Let's wait and see what next year has in store for us.
have [sth] in store for [sb],
hold [sth] in store for [sb]
v expr
(reserve, promise) (κτ σε κπ, κτ για κπ)επιφυλάσσω ρ μ
 Let's wait and see what next year has in store for us.
 Ας περιμένουμε να δούμε τι μας επιφυλάσσουν τα επόμενα χρόνια.
in-store purchase n([sth] bought in person)αγορά στο κατάστημα φρ ως ουσ θηλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'in store' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση in store στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «in store».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!